μεσοζωικός αιώνας

Υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου που προηγείται του καινοζωικού και έπεται του παλαιοζωικού αιώνα. Ο μ.α., που ονομάζεται και δευτερογενής, διήρκεσε περίπου 120 εκατομμύρια έτη και υποδιαιρείται, από κάτω προς τα άνω, στις περιόδους τριασική (40 εκατ. χρόνια), ιουρασική (30 εκατ. χρόνια) και κρητιδική (50 εκατ. χρόνια). Τα ζώα και τα φυτά που έζησαν, κατά την περίοδο αυτή, παρουσιάζουν μια μεταβατική κατάσταση ανάμεσα στη χλωρίδα και στην πανίδα του παλαιοζωικού και του καινοζωικού αιώνα. Γενικά, εκτός από τις περιπτώσεις, όπου οι χερσαίες αποθέσεις επίκεινται των θαλάσσιων ή λιμναίων, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν πετρογραφικά κριτήρια για τον καθορισμό των διαχωριστικών ορίων μεταξύ παλαιοζωικού και μ.α., γι’ αυτό και αξιοποιούνται κυρίως παλαιοντολογικά δεδομένα. Όσον αφορά τη μαγματική δραστηριότητα στη διάρκεια του μ.α. ήταν πολύ πιο έντονη και παρείχε γένεση σε πετρώματα διείσδυσης και έκχυσης, πιο σημαντικά από εκείνα του παλαιοζωικού. Τα ιζηματογενή πετρώματα αντιπροσωπεύονται κυρίως από ασβεστόλιθους, δολομίτες, μαργαϊκούς ασβεστόλιθους και μάργες, γύψους και ψαμμίτες. Η πανίδα του μ.α. παρουσιάζει εμφάνιση περισσότερων ειδών σε σχέση με τον παλαιοζωικό. Μεγάλη εξέλιξη αποκτούν τα ερπετά τόσο τα θαλασσόβια όσο και τα ιπτάμενα, ώστε ο μ.α. να θεωρείται και ως ο αιώνας των ερπετών, ενώ στη διάρκειά του εμφανίζονται τα θηλαστικά και τα πουλιά. Οι αμμωνίτες και οι βελεμνίτες αποκτούν μεγάλη σημασία και χρησιμεύουν ως καθοδηγητικά απολιθώματα, αφού επειδεικνύουν εκτεταμένη ποικιλία ειδών και εξαφανίζονται πριν από το τέλος αυτού του αιώνα. Η χλωρίδα του μ.α. χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση των φοινικόδεντρων και των δικοτυλήδονων φυτών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μεσοζωικός — ή, ό φρ. «μεσοζωικός αιώνας» διάστημα τού γεωλογικού χρόνου στη διάρκεια τού οποίου άρχισε η μετατόπιση τών ηπείρων, δηλ. ο αποχωρισμός τους από μία αρχέγονη χερσαία μάζα, και που είναι ο δεύτερος από τους τρεις αιώνες τής γεωλογικής ιστορίας τού …   Dictionary of Greek

  • μεσοζωικός — ή, ό (γεωλ.), αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πέμπτη περίοδο της γεωλογικής ιστορίας: Mεσοζωικός αιώνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου — Σε απόσταση μόλις τεσσάρων χιλιομέτρων από το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου υπάρχει ένα μουσείο με μια μοναδική στην Ελλάδα συλλογή απολιθωμάτων και ορυκτών. Ιδρύθηκε το 1995, με την αξιέπαινη ιδιωτική πρωτοβουλία του καταγόμενου από το Λυγουριό… …   Dictionary of Greek

  • Αμφιθήριο — (amphitherium). Γένος θηλαστικών που έχει εκλείψει. Ανήκαν στην τάξη των μαρσιποφόρων. Απολιθωμένα λείψανά τους βρέθηκαν στην περιοχή της Οξφόρδης (Αγγλία) σε γεωλογικά στρώματα που τοποθετούνται χρονικά στην ιουράσιο περίοδο του μεσοζωικού αιώνα …   Dictionary of Greek

  • ααλένιο ή ααλένιος βαθμίδα — Η ανώτερη βαθμίδα της λάσιας υποδιάπλασης (Lias). H υποδιάπλαση αυτή είναι η αρχαιότερη από τις τρεις υποδιαπλάσεις, στις οποίες υποδιαιρείται η ιουράσιος περίοδος (μεσοζωικός αιώνας), που άρχισε πριν από 195 εκατ. χρόνια και διήρκεσε 60 εκατ.… …   Dictionary of Greek

  • ιουράσιο — Η μεσαία από τις τρεις διαπλάσεις στρωμάτων στις οποίες διαιρείται το μεσοζωικό άθροισμα στρωμάτων. Ονομάζεται και ιουρασική διάπλαση. Η ονομασία της προέρχεται από το ορεινό συγκρότημα του Ιούρα της νότιας Γερμανίας και της Ελβετίας, στην… …   Dictionary of Greek

  • γεωλογία — Επιστήμη που μελετά την εξελικτική ιστορία της Γης και την υλική σύσταση των δυνάμεων που την διαμόρφωσαν. Αναλυτικότερα, η γ. εξετάζει τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του πλανήτη μας, τους διάφορους παράγοντες που επέδρασαν στη διαμόρφωση της… …   Dictionary of Greek

  • αιώνες, γεωλογικοί — Η ιστορία της Γης διαιρείται σε πέντε αιώνες: (α) αρχαϊκόςαρχαιοζωικός (που περιλαμβάνει και τον προτεροζωικό, ορισμός που δεν επικράτησε τελικά), (β) πρωτογενήςπαλαιοζωικός, (γ) δευτερογενήςμεσοζωικός, (δ) τριτογενήςκαινοζωικός, (ε) τεταρτογενής …   Dictionary of Greek

  • μεσ(ο)- — (ΑM μεσ[ο]) Α και μεσσο και μεσαι ) α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. μέσ(σ)ος*. Οι ελάχιστοι τ. με α συνθετικό μεσαι (πρβλ. μεσαι πόλιος, μεσαι πόλος, μεσαί γεως) οφείλονται σε τεχνητή ανάπτυξη μακράς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.